Δευτέρα, 30 Μάρτιος 2020

Λουΐζα: σοβαρή, έχει την τάση να μελαγχολεί εύκολα. Αν ξεκινήσει την ζωή της δύσκολα, βλέπει τα πάντα απαισιόδοξα και γίνεται μοιρολάτρισσα. Δύσκολη στη συμβίωση, αργεί να παντρευτεί.

Στην κατηγορία: Τι σημαίνει το όνομα

Δες ακόμα:

ΘΕΟΦΑΝΗ

Θεοφανή: γοητευτική κι απόμακρη, είναι στην πραγματικότητα πολύ δεμένη με την οικογένεια και την πατρίδα της και κρύβει, κάτω απ’ την αέρινη μορφή της ένα τετράγωνο μυαλό.

ΚΥΒΕΛΗ

Κυβέλη: ασιατική θεότητα, ήταν η Μεγάλη Μητέρα, η θεά των δυνάμεων της φύσης που οι Έλληνες ταύτιζαν με τη Ρέα. Λίγο απόμακρη, χρειάζεται χρόνος για να τη γνωρίσει κανείς. Είναι μια γυναίκα ρεαλίστρια και αρκετά συναισθηματική, χωρίς κακίες. Κάνει περισσότερη παρέα με άντρες και στην εμφάνιση είναι λίγο αγοροκόριτσο.

ΣΑΒΒΑΣ

Σάββας: όνομα αγίων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κλασσικός τύπος οικογενειάρχη, που σέβεται τις παραδόσεις και είναι πολύ συντηρητικός. Συχνά έχει πρόβλημα επικοινωνίας με τα παιδιά του και τους νέους γενικότερα.

ΓΚΙΖΕΛΑ

Γκιζέλα: όνομα τευτονικής προέλευσης, περισσότερο γνωστός ως Ζιζέλ. Της αρέσει να προβάλλεται και κατορθώνει να μην περνάει απαρατήρητη. Κάνει εύκολα φίλους. Δεν ελέγχει αρκετά τα συναισθήματά της.

ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Νεκτάριος-Νεκταρία: άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Υπομονετικός, λογικός και λιγομίλητος. Είναι πολύ ευαίσθητος, αγαπάει την τέχνη κι έχει ταλέντο στη ζωγραφική. Μπορεί να θυσιάσει τα πάντα για τη γυναίκα που αγαπάει.

ΗΡΑ

Ήρα: αδελφή και νόμιμη σύζυγος του Δία. Ζωντανός άνθρωπος, συχνά πολύ νευρική. Έχει πολλά ενδιαφέροντα και ανταγωνιστικό πνεύμα, που της δημιουργεί δυσκολίες στις προσωπικές σχέσεις.

ΝΑΥΣΙΚΑ

Ναυσικά: (ναυς + καίνυμαι:υμνούμαι), η υμνούμενη από τους ναυτικούς.

ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ

Λορέντζος (λατινική): από το Λαυρέντιος (δαφνοστεφανωμένος).

ΑΙΘΡΑ

Αίθρα: απ’ τον Ποσειδώνα απέκτησε τον Θησέα. Απλή και δυναμική, η Αίθρα δεν χρειάζεται κανέναν να την… ελευθερώσει. Χαράζει η ίδια τους στόχους της κι έχει τη δύναμη να τους ακολουθεί. Της αρέσει να μαθαίνει και διατηρεί τα ενδιαφέροντά της σε μεγάλη ηλικία.

ΝΕΟΚΛΗΣ

Νεοκλής: (νέος + κλέος), η νέα δόξα.