Τρίτη, 11 Μάιος 2021

Φιλήμων: μυθολογικός γέρος, ζούσε στη Φρυγία. Δεν θυμώνει ποτέ και βλέπει πάντα τις καλές πλευρές των ανθρώπων και της ζωής. Η απόσταση που τηρεί από τα πράγματα του χαρίζει μακροζωία.

Στην κατηγορία: Τι σημαίνει το όνομα

Δες ακόμα:

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ

Ευάγγελος, Ευαγγελία: από το ευ + αγγελία (είδηση) δηλαδή ο φορέας καλών ειδήσεων. ‘Ηρεμοι και αισθησιακοί, είναι πολύ ευτυχισμένοι όταν βρουν το ταίρι που τους ταιριάζει. Δεν είναι ιδιαίτερα φιλόδοξοι και συχνά προτιμούν τη ρουτίνα από την αβεβαιότητα. Τους αρέσει η οικογενειακή ζωή κι η παρέα με τους φίλους.

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ

Χαρίκλεια: ήταν πριγκίπισσα της Αιθιοπίας κι είχε έναν περιπετειώδη έρωτα με τον ωραίο Θεαγένη. Είναι κοινωνική και εξωστρεφής. Δεν προβληματίζεται πολύ, προτιμάει να χαίρεται τη ζωή της. Η οικογενειακή ζωή παίζει, ωστόσο σημαντικό ρόλο γι’ αυτήν.

ΟΥΡΣΟΥΛΑ

Ούρσουλα: όνομα που στα λατινικά σημαίνει αρκούδα. Πειθαρχημένη, λατρεύει την υγιεινή ζωή και προτιμάει συχνά να ζει στην εξοχή. Η μητρότητα έχει πολύ μεγάλη σημασία γι’ αυτήν και υποφέρει αν δεν μπορεί να κάνει παιδιά.

ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ

Ευστράτιος: δύο άγιοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κυκλοθυμικός, γίνεται εκρηκτικός όταν θυμώνει. Μοιάζει απόλυτος, αλλά ξέρει να ελίσσεται. Έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στην κρίση του και δεν αλλάζει εύκολα γνώμη.

ΥΠΑΤΙΑ

Υπατία: φιλόσοφος και μαθηματικός της Αλεξάνδρειας, έζησε στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα. Δυναμική γυναίκα, που επιδιώκει να συνδυάζει καριέρα και οικογένεια και μπορεί να τα καταφέρει μια χαρά και στα δυο. Έχει κυρίως πρακτικό μυαλό, διαθέτει ευαισθησία και αγαπάει πολύ τα παιδιά. Θυμώνει εύκολα και συγχωρεί εξίσου εύκολα.

ΕΥΔΟΞΙΑ

Ευδοξία: (ευ + δόξα), η έχουσα καλή φήμη.

ΒΑΝΕΣΣΑ

Βανέσσα: αναλυτικός χαρακτήρας, έχει τη μανία της τελειότητας. Αυθόρμητη και ενθουσιώδης, περνάει από διαφορετικές φάσεις στη ζωή της.

ΓΛΥΚΕΡΙΑ

Γλυκερία: όνομα δυο μαρτύρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αισθησιακή και κεφάτη. Κάτω από ένα ήρεμο παρουσιαστικό, κρύβεται μια ατσάλινη θέληση. Η υπερβολικά γλυκιά.

ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ

Λορέντζος (λατινική): από το Λαυρέντιος (δαφνοστεφανωμένος).

ΑΓΑΘΟΝΙΚΗ

Αγαθονίκη: (αγαθή + νίκη), η νικήτρια ένδοξης νίκης.