Πέμπτη, 09 Απρίλιος 2020

Απόστολος: ο αγγελιοφόρος του Θεού. Κοινωνικός και γλεντζές, ο Απόστολος λατρεύει τη ζωή και της απολαύσεις της. Του αρέσουν οι γυναίκες και το καλό φαγητό. Ευγενικός και πράος χαρακτήρας, δεν πηγαίνει στο βάθος των πραγμάτων.

Στην κατηγορία: Τι σημαίνει το όνομα

Δες ακόμα:

ΑΙΜΙΛΙΟΣ

Αιμίλιος, Αιμιλία: ο ανταγωνιστής, σίγουρος για τον εαυτό του ο Αιμίλιος, μιλάει ωραία και δεν απεχθάνεται τις ίντριγκες. Ελίσσεται και πετυχαίνει τους στόχους του. Εντυπωσιάζεται εύκολα. Πιο βίαιος και απόλυτος χαρακτήρας. Η Αιμιλία είναι δίκαιη και κάτω απ’ τη γλυκιά όψη της, κρύβει μια σιδερένια θέληση.

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

Θεόφιλος: λιτός, σοβαρός και ιδεολόγος, δύσκολα προσαρμόζεται στη σύγχρονη κοινωνία. Γι’ αυτό συχνά διαλέγει να ζήσει έξω απ’ την πόλη και πάντως αρκετά απομονωμένες.

ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ

Ευλάμπιος, Ευλαμπία: μάρτυρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Σοβαροί και στοχαστικοί, με οξυμένη διαίσθηση κι ενδιαφέρον για την παραψυχολογία. Μονογαμικοί, δίνουν μεγάλη σημασία στην οικογένεια.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Λαυρέντιος: άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Καλόκαρδος, αλλά λίγο αφελής, εμπιστεύεται ολόψυχα αυτούς που αγαπάει. Είναι ο τύπος του πατέρα που θα θυσιαστεί για το παιδί του ή του θείου που θα χαρίσει ό,τι έχει και δεν έχει στ’ ανίψια του.

ΑΓΑΘΟΚΛΕΙΑ

Αγαθόκλεια: (αγαθή + κλέος), η έχουσα καλή φήμη.

ΟΘΩΝ

Όθων: ρωμαίος αυτοκράτορας που έζησε τον 1ο αιώνα μ.Χ. Ιδιαίτερα ρομαντικός, δεν συνέρχεται ποτέ απ’ την ξαφνική προσγείωση που του επιφυλάσσει η ζωή. Κλείνεται στον εαυτό του και μπορεί να φτάσει μέχρι τη μισανθρωπία. Λατρεύει την κλασική μουσική.

ΔΟΜΝΑ

Δόμνα: λατινική ονομασία που σημαίνει «κυρία». Έξυπνη, νευρική, συχνά απότομη, παρεξηγείται από τους γύρω της. Αλλά έχει χρυσή καρδιά κι είναι πιστή φίλη.

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

Κλέαρχος: (κλέος + άρχω), ο ένδοξος άρχων. Στρατηγός των Λακεδαιμόνων. Ο ένδοξος άρχοντας. Ριψοκίνδυνος, αλλά και πολύ τυχερός, είναι σίγουρο ότι θα πετύχει στη ζωή. Τρελαίνεται για τις τελευταίες τεχνολογικές εφευρέσεις κι απεχθάνεται ό,τι έχει σχέση με το παρελθόν.

ΦΕΡΕΝΙΚΗ

Φερενίκη: (φέρω + νίκη), η νικηφόρος.

ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ

Λορέντζος (λατινική): από το Λαυρέντιος (δαφνοστεφανωμένος).